Σύνδεση
Ξέχασα τον κωδικό μου
Εγγραφή
homestyle
Η Javascript πρέπει να είναι ενεργοποιημένη για να συνεχίσετε!

Τρομοκρατία και Ένοπλη Βία: Εννοιολογικές Διαφορές, Ηθική Αξιολόγηση και Εξέταση του φαινομένου στα «Δημοκρατικά» καθεστώτα και έμφαση στην Ελληνική Εμπειρία

Άλκης Γούναρης
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Abstract: Στόχος του παρόντος δοκιμίου μου είναι να προσεγγίσω: 1) την έννοια της τρομοκρατικής δράσης και την ηθική της διάσταση. 2) την διαφορά του χαρακτήρα της ένοπλης βίας σε ολοκληρωτικά και δημοκρατικά καθεστώτα και 3) την ηθική αξιολόγηση των πράξεων αυτών, ειδικά μέσα από την ελληνική εμπειρία.

Παράλληλα, θα επιμείνω στην αποσαφήνιση του όρου τρομοκρατία και τρομοκρατική πράξη, θεωρώντας ότι, ειδικά στις μέρες μας, που οι πολιτισμικές, ιδεολογικές και ηθικές βεβαιότητες, οδηγούν πολλές εμπλεκόμενες πλευρές σε συγκρούσεις και αδιέξοδα, σε διεθνές επίπεδο, τόσο η διασαφήνιση των όρων όσο και η κατανόηση των προθέσεων, των κινήτρων, και των αρχών που καθορίζουν τις πράξεις και αποτελούν βάση της ηθικής αξιολόγηση τους, είναι επιτακτική.

Keywords: Terrorism, Kant, Foucault, Anscombe, Nagel, Kastoriadis

Γούναρης, Α. (2005). Τρομοκρατία και Ένοπλη Βία: Εννοιολογικές Διαφορές, Ηθική Αξιολόγηση και Εξέταση του φαινομένου στα «Δημοκρατικά» καθεστώτα και έμφαση στην Ελληνική Εμπειρία. Ανακοίνωση ΜΠΗΦ, Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ανακτήθηκε 30/01/2019 από https://alkisgounaris.gr/gr/archives/terrorism-and-armed-violence/


«ο θρόνος του άρχοντα των σημασιών,

στέκεται πιο πάνω από τον θρόνο του άρχοντα της βίας»

Κορνήλιος Καστοριάδης

 

Στο παρόν δοκίμιο επέλεξα να ασχοληθώ με το ζήτημα της τρομοκρατίας, και ειδικά με το ζήτημα της τρομοκρατίας όπως αυτό έχει παρατηρηθεί στην Ελλάδα τα τελευταία τριάντα χρόνια για τρεις κυρίως λόγους:

Πρώτον, διότι το ζήτημα της τρομοκρατίας είναι σήμερα επίκαιρο και φιλοσοφικά «ανοιχτό». Από την μια μεριά η τρομοκρατία ως έννοια που περιγράφει μια μέθοδο πολέμου, κι από την άλλη ως κοινωνικός, πολιτικός, και νομικός όρος, που καθημερινά χρησιμοποιείται, περισσότερο από ποτέ, για να χαρακτηρίζει μια σειρά από γεγονότα και πράξεις, συχνά απομακρυσμένα από τη σημασία του.

Δεύτερον, διότι σήμερα, «ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» αποτελεί την βασική αιτία, αφορμή, ή δικαιολογία για την νομιμοποίηση των πολεμικών ενεργειών της δύσης σε διεθνές επίπεδο, αλλά και «λόγο» για την αναθεώρηση και την καταπάτηση θεμελιωδών κατακτήσεων της δημοκρατίας, της προσωπικής ελευθερίας, των προσωπικών δεδομένων και των ιδεολογικών πολυμορφιών.

Τρίτον, διότι στην Ελλάδα, το φαινόμενο της τρομοκρατίας και η δράση των τρομοκρατικών οργανώσεων αποτελεί σημαντικό μέρος της πολιτικής ιστορίας μας και διότι η αναζήτηση της «ηθικής ή μη» βάσης των πράξεων τους, καθώς και ο ακριβής εννοιολογικός προσδιορισμός του «τρομοκρατικού» χαρακτήρα των ενεργειών τους, αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ένα καλό, πραγματικό, εμπειρικό παράδειγμα ζητήματος ηθικής και πολιτικής φιλοσοφίας.

Στόχοι του δοκιμίου μου είναι να προσεγγίσω:

  1. την έννοια της τρομοκρατικής δράσης και την ηθική της διάσταση.

  1. την διαφορά του χαρακτήρα της ένοπλης βίας σε ολοκληρωτικά και δημοκρατικά καθεστώτα

  1. την ηθική αξιολόγηση των πράξεων αυτών, ειδικά μέσα από την ελληνική εμπειρία.

Ακόμα, θα επιμείνω στην αποσαφήνιση του όρου τρομοκρατία και τρομοκρατική πράξη, θεωρώντας ότι, ειδικά στις μέρες μας, που οι πολιτισμικές, ιδεολογικές και ηθικές βεβαιότητες, οδηγούν πολλές εμπλεκόμενες πλευρές σε συγκρούσεις και αδιέξοδα, σε διεθνές επίπεδο, τόσο η διασαφήνιση των όρων όσο και η κατανόηση των προθέσεων, των κινήτρων, και των αρχών που καθορίζουν τις πράξεις και αποτελούν βάση της ηθικής αξιολόγηση τους, είναι επιτακτική.

 

  1. Περί τρομοκρατίας

[1α] ορισμός της τρομοκρατίας

Ο όρος τρομοκρατία καταγράφηκε για πρώτη φορά το 1795 για να περιγράψει την επι-κράτηση του τρόμου που είχε εγκαθιδρύσει στο Γαλλικό Κράτος η κυβέρνηση των Ιακωβίνων. Περιέγραφε δηλαδή την βίαιη και επαναστατική φύση του καθεστώτος. Στους Αγγλοσάξονες ο όρος πέρασε ως «τρομοκρατική διακυβέρνηση» (government by intimidation), και από το 1880 κ μετά ο όρος τρομοκρατία χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει τις βίαιες πολιτικές ενέργειες στην Ιρλανδία και στη Ρωσία.

Σήμερα η χρήση του όρου δεν δηλώνει την άσκηση βίας των κυβερνήσεων, του στρατού ή της αστυνομίας κατά των πολιτών, αλλά χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις παράνομες πράξεις ένοπλης βίας, που στρέφονται κατά των αμάχων, ή των μη εμπολέμων (ή προσώπων που είναι αθώοι κατά τη γενική χρήση του όρου) και έχουν σα σκοπό να βλάψουν το κράτος ή διεθνείς οργανισμούς, συνήθως για να ασκήσουν επιρροή (μέσω των πράξεών τους) σε κυβερνήσεις ή άλλες ομάδες προσώπων.

Ο παραπάνω ορισμός αν και προέρχεται από μια συνένωση «αποδεκτών» ορισμών (του ευρωπαϊκού και αμερικανικού δικαίου) είναι αμφίβολο κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί πλήρης, σαφής, δίκαιος και αδιάβλητος σε υποκειμενικές ερμηνείες.

Όπως σημειώνει ο Παναγιώτης Κονδύλης (1999 : 376) στο έργο του «η Θεωρία του Πολέμου», ένας γενικός ορισμός για την τρομοκρατία είναι επισφαλής, όχι μόνο εξ αιτίας του πλήθους των μορφών και των πηγών της αλλά και γιατί δύσκολα αποφεύγει κανείς, ως φίλος, τον εξωραϊσμό και ως εχθρός το ανάθεμα.

Ωστόσο, ως εννοιολογική υποδομή για έναν ορισμό της τρομοκρατίας, είναι δυνατόν να επιχειρηθεί ένας διαχωρισμός των μη κρατικών (σε βάρος του λαού) τρομοκρατικών ενεργειών :

1) σε αυτές που αποτελούν πολεμική τακτική ως υποκατάστατο πολεμικής πράξης ενός κράτους ή ενός λαού ενάντια σ’ ένα κράτος ή έναν λαό με μεγάλη και πανίσχυρη πολεμικά δύναμη (δι- εθνής τρομοκρατία, π.χ. 11η Σεπτεμβρίου- Αλ Κάιντα) και

2) σε αυτές που αποτελούν ένοπλη αμφισβήτηση της κατεστημένης εξουσίας στο εσωτερικό μιας χώρας. Δηλαδή, τακτικές πολέμου είτε μεταξύ ομοεθνών είτε μεταξύ κατακτητών και κατακτημένων, που δεν προσλαμβάνουν διεθνείς διαστάσεις.

Σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία μπορούμε να διακρίνουμε μια σειρά από περιπτώσεις:

Α) Πρώτη περίπτωση είναι η ένοπλη δράση εθνοαπελευθερωτικού χαρακτήρα (π.χ. ΕΑΜ Αλγερίας κατά Γαλλικής Κυριαρχίας το 1955, IRA στην Ιρλανδία κατά Βρετανικής κυριαρχίας, Παλαιστίνιοι vs Ισραηλινών κ.α. που μπορεί να θεωρηθούν και τακτικές ανταρτοπόλεμου, με τη διάκριση ότι, ο τρομοκρατικός χαρακτήρας πολλών ενεργειών του ανταρτοπόλεμου, διαφέρει από τις «απλές» τρομοκρατικές πράξεις, στο γεγονός ότι ο ανταρτοπόλεμος, λόγω της πραγματικής έκτασης του ορατού ή του λανθάνοντος δυναμικού του, θέτει απτά ζητήματα αλλαγής του κατόχου της εξουσίας, ενώ από την τρομοκρατία, όσο επιδεικτικά κι αν αμφισβητεί αυτή την κατεστημένη εξουσία, λείπει ακριβώς τούτη η διάσταση. (Κονδύλης, ο.π. : 377) Να σημειωθεί ότι οι Τσετσένοι, για παράδειγμα αντάρτες χαρακτηρίζονται διεθνώς «τρομοκράτες», ενώ οι αντίστοιχοι νοτιοαμερικάνοι Κόντρας, χαρακτηρίζονται ως «αγωνιστές της ελευθερίας».

Β) Άλλη περίπτωση είναι η δράση ενάντια σε δικτατορικά ή ολοκληρωτικά καθεστώτα (π.χ. αναρχικοί της CNT ή της FAI στην Ισπανία στις αρχές του περασμένου αιώνα). Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι η τρομοκρατική δράση των αντιστασιακών όταν επιτύχει την ανατροπή του καθεστώτος ονομάζεται «ηρωική αντίσταση», ενώ όταν αποτύχει, ονομάζεται «τρομοκρατία». Βλέπουμε δηλαδή τόσο σ’ αυτή όσο και στην προηγούμενη περίπτωση ότι ο ορισμός της τρομοκρατίας είναι αλληλένδετος με την αποτελεσματικότητα της πράξης, φανερώνοντας μ αυτόν τον τρόπο μια ωφελιμιστική προσέγγιση και επιβεβαιώνοντας την υπόθεση ότι η ιστορία της ανθρωπότητας θα είχε γραφτεί διαφορετικά αν οι ηττημένοι ήταν στη θέση των νικητών.

Γ) Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί η ένοπλη πάλη ενάντια σε «κοινοβουλευτικά δημοκρατικά» καθεστώτα (π.χ. Ερυθρές Ταξιαρχίες στην Ιταλία, RAF στη Γερμανία, 17Ν στην Ελλάδα κ.ο.κ.). Η περίπτωση αυτή που από αρκετούς αναλυτές ονομάζεται «αριστερή τρομοκρατία», είναι αυτή που θα απασχολήσει το μεγαλύτερο μέρος του παρόντος δοκιμίου.

Δ) Τέλος, διευρυμένη (αν και αποσιωπημένη) περίπτωση τρομοκρατίας αποτελεί και η άσκηση βίας ενάντια σε μειονότητες και ειδικές πληθυσμιακές ομάδες (ρατσιστική τρομοκρατία, πχ Κου Κλουξ Κλαν, Νεοναζί, κλπ) με σκοπό την αποσταθεροποίηση των κοινωνικών ισορροπιών προς όφελος Ακροδεξιών κι Εθνικιστικών συμφερόντων.

Είναι κατανοητό λοιπόν, ότι δεν μπορούν να μπουν στο ίδιο τσουβάλι, και να εξεταστούν ή να οριστούν (και πολύ περισσότερο να δικαστούν) από κοινού, ισλαμικές ή άλλες θρησκευτικές τρομοκρατικές ενέργειες, αναρχικοί πυρήνες, ακροδεξιές ομάδες, αριστερές οργανώσεις, εθνικοαπελευθερωτικά μέτωπα κλπ.

Οι ισχύοντες ορισμοί, τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσο και του Αμερικανικού State Department, για την τρομοκρατία, είναι ελλιπείς και κάθε άλλο παρά αντικειμενικοί, αφήνοντας τεράστια περιθώρια για υποκειμενική και κατά βούληση παρερμηνεία.

Με τον ορισμό του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης «θεωρούνται ως τρομοκρατικές πράξεις, εκείνες οι πράξεις που εκ προθέσεως τελούνται με τρόπο ή σε έκταση ή υπό συνθήκες τέτοιες, ώστε να είναι δυνατό να βλάψουν μια χώρα ή ένα διεθνή οργανισμό»..

στη συνέχεια συγκεκριμενοποιούνται μια σειρά από πράξεις (εκφοβισμός, αποσταθεροποίηση, φόνος, απαγωγές, καταστροφές υποδομών κλπ).

Με βάση τον ως άνω ορισμό μια διαδήλωση κατά των G8, του ΝΑΤΟ, ή του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, ή η διαδήλωση της Γένοβας κατά της παγκοσμιοποίησης, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τρομοκρατική ενέργεια. [Πολύ περισσότερο ο Μάης του 68...]

Αυτή την απόφαση – πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποδέχτηκε και η Ελληνική Κυβέρνηση (και με βάση αυτήν νομοθέτησε). Όπως παραδέχτηκε ο τότε Υπουργός Δικαιοσύνης, απέφυγαν την ακριβή και σαφή διατύπωση ενός νέου ορισμού: «ο ορισμός της τρομοκρατίας δεν θεωρήθηκε ως η νομοτεχνικά καλύτερη λύση για την ασφάλεια δικαίου, η οποία, όπως αντιλαμβάνεστε, πρέπει σε κάθε ποινικό νομοθέτημα να αποτελεί πρώτιστο μέλημα του νομοθέτη. Αντίθετα προκρίθηκε η δοκιμασμένη ήδη στον νόμο 2928/2001 λύση, δηλαδή προβλέφθηκε ένας κατάλογος που περιέχει πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται ήδη ως κακουργήματα, όπως είναι για παράδειγμα η ανθρωποκτονία από πρόθεση, η βαριά σωματική βλάβη, η αρπαγή, ο εμπρησμός, η έκρηξη, η πρόκληση ναυαγίου κ.λπ. Όπως λοιπόν ορίζεται στην απόφαση-πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτές οι πράξεις θα τιμωρούνται πλέον σε όλα τα κράτη-μέλη ως τρομοκρατικές, όταν επιφέρουν σοβαρή βλάβη σε μια χώρα ή σε έναν διεθνή οργανισμό και έχουν ως σκοπό τον σοβαρό εκφοβισμό του πληθυσμού ή τον παράνομο εξαναγκασμό μιας δημόσιας αρχής ή ενός διεθνούς οργανισμού να προβούν σε πράξη ή να απόσχουν από αυτήν ή την σοβαρή αποσταθεροποίηση ή καταστροφή των συνταγματικών, πολιτικών, οικονομικών ή κοινωνικών δομών μιας χώρας.» (Πετσάλνικος :2003).

Στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού ο ορισμός του State Department, είναι πιο ακριβής και σαφής. Διευκρινίζει, ότι με τον όρο τρομοκρατία, θα πρέπει να εννοούμε τη βία που είναι:

  1. Προμελετημένη

  2. Έχει πολιτικά κίνητρα

  3. Έχει ως στόχο αμάχους

  4. Διαπράττεται από Υπο – Εθνικές Ομάδες ή από παράνομους παράγοντες

  5. Σκοπός της είναι να επηρεάσει ένα ακροατήριο

Αυτός ο ορισμός αναγνωρίζει τον πολιτικό και κοινωνικό χαρακτήρα των τρομοκρατικών ενεργειών, κρύβει όμως (ή καλύτερα υποθάλπει) την κρατική βία, όπως π.χ. τις επιθέσεις του Ισραηλινού Στρατού κατά των Παλαιστινίων, αφού η βία δεν ασκείται από υπό-ομάδες ή παράνομους παράγοντες!!!

Ο «Αμερικανικός» ορισμός της τρομοκρατίας είναι αυτός που έχει υιοθετηθεί από τους περισσότερους πολιτικούς αναλυτές που τονίζουν τα πολιτικά κίνητρα και τη στόχευση του άμαχου πληθυσμού.

[1β] Η συναισθηματική –συγκινησιακή απόχρωση του όρου Τρομοκρατία

Η περιγραφή ενός γεγονότος ή μιας πράξης, μιας μάχης για παράδειγμα, (ή ενός πολέμου ή ενός μεμονωμένου φόνου), δεν περιέχει τίποτα που να μπορεί να ονομαστεί ηθική πρόταση (Wittgenstein : 1965). Η περιγραφή δηλαδή του γεγονότος ή της πράξης, ακόμα και των συναισθηματικών επιπτώσεων τους, δηλαδή του πόνου, της οργής, της οδύνης κλπ, δεν συνιστούν τίποτε άλλο από γεγονότα. Η πρόταση όμως, «αυτός ο πόλεμος είναι δίκαιος» (με την έννοια ότι οι λόγοι που ενέπλεξαν ένα κράτος στον πόλεμο είναι θεμιτοί και κατά τη διάρκεια του πολέμου τηρήθηκαν όλοι οι κανόνες του διεθνούς δικαίου, κλπ) συνιστά αξιολόγηση των πράξεων του πολέμου, αποτελεί δηλαδή ηθική κρίση και εκφράζει ένα αίσθημα επιδοκιμασίας ή αποδοκιμασίας. Αντίστοιχα η πρόταση «αυτή είναι μια πολεμική πράξη» δεν αποτελεί ηθική κρίση από μόνη της, χρειάζεται τον προσδιορισμό «δίκαιη» ή «άδικη» για να χαρακτηριστεί ως τέτοια (Πελεγρίνης : Θεμελίωση ηθικού βίου: 18 κ ΗΦ: 152).

Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με την πρόταση «αυτή είναι μια τρομοκρατική πράξη». Η πρόταση αυτή διαφέρει από τη πρόταση «αυτή είναι μια πολεμική πράξη» γιατί ενώ η τελευταία προσδιορίζει τον χαρακτήρα μιας πράξης χωρίς να την αξιολογεί ηθικά, η πρώτη προσδιορίζει τον χαρακτήρα της και ταυτόχρονα υπονοεί μια ηθική αξιολογική κρίση.

Οι όροι τρομοκρατία, τρομοκράτης, τρομοκρατικός, όπως και οι φράσεις «αυτή η ενέργεια είναι τρομοκρατική» ή «συνελήφθη ο τρομοκράτης» είναι συναισθηματικά φορτισμένες εκφράσεις που από τη μια πλευρά μας πληροφορούν και από την άλλη εκφράζουν ένα αίσθημα αποδοκιμασίας.

Ενώ μια πράξη πολέμου δεν μαρτυράει την παραβίαση κάποιας μείζονος δεοντολογικής αρχής (εκτός αν κάποιος είναι ολοκληρωτικός πασιφιστής), ούτε προεξοφλεί κάποιο αποτέλεσμα, η πράξη τρομοκρατίας μαρτυράει την παραβίαση της δεοντολογικής αρχής του ακαταδίωκτου των μη εμπολέμων ή των αθώων αμάχων, και προεξοφλεί ένα μη επωφελές αποτέλεσμα, αυτό του τρόμου ή του θανάτου μη επιβλαβών πολιτών. Ενώ δηλαδή για την ωφελιμότητα ή όχι του πολέμου μπορεί να υπάρξουν υπερασπιστικές ή καταδικαστικές κρίσεις, για την εσκεμμένη δολοφονία αθώων και μη επιβλαβών πολιτών δεν μπορεί να υπάρξει υπερασπιστική κρίση από κανένα έλλογο ον [στις σημερινές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες]..

Λέγοντας τρομοκρατία δηλαδή, περιγράφουμε μια πράξη που έχει κριθεί εκ των προτέρων και που συνεπάγεται την κυριαρχία του τρόμου, στρέφεται εναντίον αμάχων, μη εμπολέμων και αθώων πολιτών και είναι ως εκ τούτου άδικη, αθέμιτη και ανήθικη.

Η υπονοούμενη παραβίαση της αρχής του ακαταδίωκτου των μη εμπολέμων, ή των ηθικά αθώων και η ανωφέλεια του αποτελέσματός της, είναι λοιπόν οι όροι που κάνουν την τρομοκρατική δράση εξ ορισμού αρνητικά φορτισμένη και ηθικά επιλήψιμη έννοια, τόσο με δεοντολογικά όσο και με συνεπειοκρατικά κριτήρια.

[1γ] Η αρχή του ακαταδίωκτου των Μη Εμπολέμων, ή των Αθώων

και η ανωφέλεια του τρόμου ή του θανάτου Μη Επιβλαβών πολιτών.

Για κάθε έλλογο άνθρωπο, η πράξη του να σκοτώνεις αθώους ως μέσον για την επίτευξη των σκοπών σου είναι ηθικά επιλήψιμη. Γι αυτό το λόγο ακόμα και σε καιρό πολέμου, η απαγόρευση να σκοτώνεις άμαχο πληθυσμό ή και αιχμαλώτους πολέμου, έχει καθολική ισχύ και δεν εξαρτάται από κάποια νομοθεσία ή κάποια σύμβαση που συνομολογείται και γίνεται αποδεκτή από τα ενδιαφερόμενα μέρη. Όμως ποιοι είναι οι «αθώοι εν πολέμω»; Το πρόβλημα της ακριβούς χάραξης της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ εμπολέμων και μη τίθεται από την μαθήτρια του Wittgenstein, Elisabeth Anscombe. Με έναν γενικό ορισμό, αθώοι ή μη εμπόλεμοι είναι όλοι εκείνοι που ούτε πολεμούν ούτε ασχολούνται με τον εφοδιασμό εκείνων που πολεμούν. Και εν προκειμένω, πως θα θεωρηθεί ο αγρότης που καλλιεργεί στάρι και εφοδιάζει αυτούς που πολεμούν; Αθώος ή Εμπόλεμος; Ή ένας «κληρωτός στρατιώτης» που υπηρετεί χωρίς τη θέλησή του είναι Αθώος ή Εμπόλεμος; Είναι σίγουρα δύσκολο να χαραχθεί μια διαχωριστική γραμμή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να χαράξουμε καμιά γραμμή, ή πως, ακόμη κι αν αμφιβάλλουμε για το που ακριβώς θα πρέπει να χαραχθεί, δεν είναι ξεκάθαρο ότι αυτό ή εκείνο είναι σαφώς πέρα από τη γραμμή. Η Anscombe (1981 : 29) τονίζει ότι ο όρος «αθώος» δεν αναφέρεται σε ατομική ευθύνη. Εδώ «αθώος» σημαίνει «μη επιβλαβής». Και οι άνθρωποι που πολεμούν είναι «επιβλαβείς», άρα μπορούν να γίνουν αντικείμενο επίθεσης. Όταν όμως παραδίδονται, γίνονται «αθώοι» και συνεπώς δεν επιτρέπεται να τους κακοποιούμε ή να τους σκοτώνουμε.

Με αυτό το επιχείρημα η Anscombe τοποθετείται και κατά της θανατικής ποινής, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να θανατώσεις κάποιον από τη στιγμή που είναι πλέον ακίνδυνος και μη επιβλαβής. Ένας όμως ένοπλος στρατιώτης είναι «επιβλαβής» λόγω του ρόλου που παίζει στην όλη κατάσταση και όχι με το τι κάνει εκείνη τη χρονική στιγμή. Συνεπώς ένας στρατιώτης είναι «επιβλαβής» ακόμα κι αν κοιμάται.

Αλλά εκτός από τους «εμπολέμους», είναι ορισμένες φορές δυνατόν, να δικαιολογηθεί ηθικά και ο θάνατος αθώων πολιτών. Σύμφωνα με τον νόμο του διπλού αποτελέσματος, όπως τον επικαλείται ο αμερικανός φιλόσοφος Tomas Nagel (1979), «υπάρχει μια ηθικής μορφής διάκριση ανάμεσα στο να επιφέρεις εσκεμμένα τον θάνατο ενός αθώου, είτε σαν αυτοσκοπό είτε ως μέσον, και στο να επιφέρεις αυτόν τον θάνατο ως παρενέργεια κάποιας άλλης εσκεμμένης ενέργειας. Στη δεύτερη περίπτωση ακόμα κι αν το αποτέλεσα είναι προβλέψιμο, η πράξη δεν είναι δολοφονία και δεν εμπίπτει στην απόλυτη απαγόρευση... Με λίγα λόγια η αρχή [του διπλού αποτελέσματος] ισχυρίζεται ότι επιτρέπεται καμιά φορά να επιφέρει κανείς ως παρενέργεια των πράξεών του, κάτι που θα ήταν απολύτως ανεπίτρεπτο να επιφέρει εσκεμμένα... Εφαρμοζόμενος στον πόλεμο ή στην επανάσταση, ο νόμος του διπλού αποτελέσματος επιτρέπει κάποιο ποσό αθώων θυμάτων ως παρενέργεια επίθεσης εναντίον δυνάμεων του εχθρού...» Ωστόσο ο Nagel παραδέχεται ότι ο νόμος του διπλού αποτελέσματος επειδή η εφαρμογή του δεν είναι πάντοτε σαφής (κυρίως στην περίπτωση των βομβαρδισμών) μπορεί να οδηγήσει σε υποκειμενικές ερμηνείες και αβεβαιότητα.

Για να αξιολογήσουμε την περίπτωση μιας πράξης ένοπλης βίας ως τρομοκρατικής θα πρέπει να σιγουρευτούμε ότι στόχευε ή είχε ως αποτέλεσμα την οποιαδήποτε βλάβη ή τον θάνατο αμάχων ή μη επιβλαβών [σύμφωνα με τον ορισμό] στόχων.

Συγκεκριμένα θα πρέπει να γνωρίζουμε κατ’ αρχήν την ίδια πράξη, δηλαδή την σειρά των δεδομένων γεγονότων που την αποτελούν. Από που ξεκίνησαν και που κατέληξαν. Στη συνέχεια αν θέλουμε να αξιολογήσουμε την πράξη με βάση την ηθική δεοντολογία, τότε θα πρέπει να αναζητήσουμε τα εγγενή χαρακτηριστικά της πράξης, δηλαδή ποιες ήταν οι προθέσεις του δρώντος προσώπου, ποια ήταν τα κίνητρά του, ποιες οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αποφάσισε και κάτω από τις οποίες έπραξε, καθώς και κατά πόσο η πράξη αυτή μπορεί να έχει ή να αποκτήσει καθολικό χαρακτήρα κλπ. Ενώ αν θέλουμε να αξιολογήσουμε την πράξη με συνεπειοκρατικά, ωφελιμιστικά κριτήρια, θα πρέπει να αναζητήσουμε τον σκοπό της και να διακρίνουμε κατά πόσο το αποτέλεσμα αυτής της πράξης συνέβαλλε στην ευδαιμονία περισσοτέρων ανθρώπων, δηλαδή στο «κοινό καλό».

Σε κάθε περίπτωση για να επιτευχθεί μια «ισχυρή» αξιολογική κρίση, πρέπει να υπάρχει ένα κοινό εννοιολογικό και σημασιολογικό πεδίο, τόσο για την περιγραφή των γεγονότων και της ίδιας της πράξης, όσο και για την περιγραφή των κινήτρων, των προθέσεων και του αποτελέσματος.

Για να αξιολογήσουμε ηθικά αυτές τις πράξεις και με δεδομένο τον προαξιολογικό χαρακτήρα της «φορτισμένης λέξης τρομοκρατία» θα επιχειρήσω να δείξω μερικές προσεγγίσεις που φανερώνουν τόσο τον υποκειμενικό χαρακτήρα του όρου όσο την έγχρονη μεταβολή της έννοιας του.

[1δ] Πόσο «τρομοκρατικές» είναι όλες οι τρομοκρατικές δράσεις;

Είναι σαφές ότι όλες οι αριστερές «τρομοκρατικές» οργανώσεις (συμπερι- λαμβανομένης της 17Ν) διέπραξαν πολιτικά εγκλήματα, αφού οι πράξεις τους είχαν πολιτικά κίνητρα, με την έννοια ότι οι πράξεις τους αποσκοπούσαν στο συνολικό συμφέρον (στόχευαν δηλαδή στην ανατροπή του κοινωνικού συσχετισμού δυνάμεων) και σε καμιά περίπτωση δεν χαρακτηρίζονταν από ιδιοτέλεια και ατομικό συμφέρον. Ακόμα, λαμβάνοντας υπόψη, ότι το αποτέλεσμα των πράξεων της 17Ν δεν κατάφερε να αποσταθεροποιήσει το καθεστώς, παρά την σαφή αρχική της πρόθεση, θα πρέπει να θεωρήσουμε την πράξη της πολιτική, όπως ακριβώς θεωρούμε πολιτική πράξη ένα αποτυχημένο πολιτικό πραξικόπημα. (Ιωακείμογλου : 2002)

Τα πολιτικά κίνητρα της 17 Ν αναγνωρίστηκαν από το «ειδικό» δικαστήριο, τα εγκλήματά της όμως δεν χαρακτηρίστηκαν πολιτικά, αλλά τρομοκρατικά.

Έχει ίδια βαρύτητα σε ηθικό αξιολογικό επίπεδο ο χαρακτηρισμός μιας πράξης «ως πολιτικό έγκλημα» και ο χαρακτηρισμός μιας πράξης «ως τρομοκρατικό έγκλημα»;

Σ’ αυτό το σημείο έχει ενδιαφέρον να δούμε μια αποφορτισμένη άποψη για τον χαρακτηρισμό τέτοιων πράξεων, αυτή του Ιταλού γερουσιαστή Κοσίγκα. Ο Κοσίγκα ήταν Υπουργός Εσωτερικών και οπαδός της «σκληρής γραμμής» κατά της τρομοκρατίας, μαζί με τον Αντρεότι, κατά την περίοδο της δολοφονίας του Μόρο από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, και προέδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας στη συνέχεια. Σε επιστολή που απέστειλε το 2000 στον Περσιτσέντι, έναν από τους λίγους εναπομείναντες κρατούμενους των Ερυθρών Ταξιαρχιών, ο Κοσίγκα αναφέρει: «Αγαπητέ κ. Περσιτσέντι, εγώ πολέμησα σκληρά την τρομοκρατία αλλά πάντα θεώρησα ότι επρόκειτο για ένα σημαντικό και εξορκισταίο πολιτικό φαινόμενο, ότι έχει τις ρίζες του στην ιδιαίτερη κοινωνική πολιτική της χώρας και αντιθέτως δεν πρόκειται για ένα humus deliquenziale. Θεωρώ ότι ο εξτρεμισμός της Αριστεράς δεν ήταν τρομοκρατία με την ακριβή έννοια του όρου. Πράγματι δεν πίστευε πως μόνο με τρομοκρατικές ενέργειες θα μπορούσε να αλλάξει την πολιτική κατάσταση, αλλά επρόκειτο για μια ανατρεπτική Αριστερά όπως ήταν ο Ρωσικός μπολσεβικισμός, δηλαδή ένα πολιτικό κίνημα το οποίο βρέθηκε να πολεμά έναν κρατικό μηχανισμό χρησιμοποιώντας μεθόδους των απελευθερωτικών κινημάτων, συμπεριλαμβανομένης της εθνικής αντίστασης. Εσάς σας έπληξε η πολιτική συνένωση της χριστιανικής δημοκρατίας και του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ιταλίας και το γεγονός ότι δεν ήσαστε σε θέση να σύρετε τις μάζες σε μια αληθινή και ουσιαστική επανάσταση. Αλλά αυτό είναι μέρος μιας ιστορικής περιόδου για την Ιταλία που έκλεισε και τέλος πάντων αυτή η λεγόμενη δικαιοσύνη΄ ασκήθηκε και ακόμη ασκείται εναντίον σας. Ακόμη και αν με νομικούς όρους νόμιμα ασκείται, είναι με την πολιτική έννοια βεντέτα ή φόβος.» Και σε συνέντευξή του για την υπόθεση ενός άλλου μέλους των Ερυθρών Ταξιαρχιών, του καθηγητή και συγγραφέα του διάσημου έργου «Η Αυτοκρατορία», Αντόνιο Νέγκρι, ο γερουσιαστής Κοσίγκα τονίζει: «Η τρομοκρατία είναι μια τεχνική αγώνα στην υπηρεσία της επανάστασης, δηλαδή της ανατροπής. Το να λες τρομοκράτες τους κόκκινους ερυθροταξιαρχίτες της δεκαετίας του ΄70 είναι πλαστογραφία της σημασιολογίας όπως όταν γράφεις Κοσίγκα με τα διπλά S των Ναζί. Με τους ειδικούς αντιτρομοκρατικούς νόμους μεταμορφώσαμε τους δικαστές σε πρωταγωνιστές που αγωνίζονται για κάτι. Κάναμε λενινιστικούς νόμους ή μάλλον νόμους Ιακωβίνου γι΄ αυτό αισθάνομαι λίγο υπεύθυνος για τις δικαστικές παρεκτροπές».

Είναι γεγονός ότι ο όρος «τρομοκρατία», όπως όλες οι λέξεις προσλαμβάνουν διαφορετικό νόημα ανάλογα με τη χρήση τους την εποχή τους και την οπτική του υποκειμένου που τις νοηματοδοτεί. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα ότι στο Μέγα Λεξικό της ελληνικής γλώσσας του Δημητράκου (πριν από 35 χρόνια!), τρομοκρατία είναι «... [1] η δια του τρόμου επικράτηση – επιβολή και [2] η διακυβέρνηση του λαού δια της χρήσης βίαιων και σκληρών μέσων, επιβολή εξουσίας υπό κοινωνικής τινός τάξεως ή ομάδας προσώπων δια άκρως σκληρών μέτρων βίας»... ενώ στο πρόσφατο Λεξικό του Μπαμπινιώτη (2002) διευκρινίζεται ότι: «...τρομοκρατία είναι η συστηματική χρήση βίας (δολοφονίες , βομβιστικές ενέργειες απειλές για καταστροφές, αεροπειρατείες) εκ μέρους ομάδων, οργανώσεων, μειονοτήτων, ακόμα και στρατών ή μυστικών υπηρεσιών, με στόχο να τρομοκρατήσουν λαούς, κυβερνήσεις ή πολιτικούς αντιπάλους προκειμένου να επιτύχουν τους πολιτικούς τους στόχους».

Βλέπουμε δηλαδή μια μεταλλαγή στη σημασία του όρου τρομοκρατία μέσα στα χρόνια. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε με «φουκωικούς» όρους, ότι το terminus post quem, το σημείο δηλαδή μετά από το οποίο η τρομοκρατία αποκτά την νέα της έννοια, αυτή που χρησιμοποιούμε σήμερα και αυτή που θα γνωρίσουν οι επόμενες γενιές, δηλαδή μακράν της κρατικής τρομοκρατίας, είναι η 11η Σεπτεμβρίου.

Με βάση όλα τα παραπάνω, θεωρώ δεδομένη τόσο την ασάφεια και την επισφάλεια του ορισμού της τρομοκρατίας και την συγκινησιακή απόχρωση του όρου, όσο και την υποκειμενική θεώρηση του χαρακτήρα των πράξεων ως τρομοκρατικές. Η χρήση μιας λέξης «ανοιχτής» σε σημασιοδότηση και ερμηνεία μέσα σε βάθος χρόνου ή ιστορικές συγκυρίες, δυσχεραίνουν μια «αποδεκτή» ηθική αξιολόγηση των πράξεων που περιγράφονται ως τέτοιες. Το νόημα της λέξης τρομοκρατία, δεν είναι το ίδιο με το νόημα της λέξης φόνος, βία, κλπ. Μεταβάλλεται από την σκοπιά που θα το δεις. Αλλιώς το βλέπει το θύμα αλλιώς ο θύτης. Αλλιώς το βλέπεις στη μια εποχή αλλιώς στην άλλη. Ο άνθρωπος και τα ιδιαίτερα συμφέροντά του είναι ο δημιουργός του νοήματος, λέει ο Nietzsche (1989 : 16), και οι πολιτισμικές [ή πολιτικές] πρακτικές συμπληρώνει ο Foucault.

Αναζητώντας ένα κοινό χαρακτηριστικό κάθε πολεμικής πράξης, του δίκαιου πολέμου, της τρομοκρατίας, της γενοκτονίας, των εγκλημάτων πολέμου, του αντάρτικου, του παρτιζάνικου πολέμου, της εθνικής κάθαρσης κλπ, καταλήγουμε ότι το χαρακτηριστικό αυτό είναι η ένοπλη βία.

Για την ορθότερη αξιολόγηση λοιπόν, των πράξεων που χαρακτηρίζονται ως τρομοκρατικές αλλά δεν συγκεντρώνουν όλα όσα προσδιορίσαμε παραπάνω (όπως για παράδειγμα ο σοβαρός εκφοβισμός του πληθυσμού ή η δολοφονία ή απειλή ΑΘΩΩΝ- με την έννοια που ορίσαμε πριν- πολιτών) προτείνω τον όρο «ένοπλη βία» ως «αποφορτισμένου» χαρακτηρισμού, που περιγράφει τα γεγονότα χωρίς να τα «χρωματίζει» κριτικά.

  2. Περί Ένοπλης Βίας

[2α] Το Δίκαιο της Ένοπλης Βίας

Υπάρχουν δυο διαμετρικά αντίθετες θέσεις (Glover, 1999 : 280) για την άσκηση ένοπλης βίας μέσα σε ένα κράτος.

Η μια είναι η αντίληψη του Hobbes, την οποία υπερασπίστηκε στην εποχή μας η Anscombe, και που υποστηρίζει ότι η επανάσταση είναι μια μορφή πολέμου που ποτέ δεν μπορεί να είναι δίκαιος και πως το δικαίωμα για ένοπλη βία ανήκει μόνο στον κρατικό μηχανισμό που έχει την εντολή να την ασκήσει.

Η δεύτερη είναι η θέση του Lenin, που υποστηρίζει ότι η επανάσταση είναι η μόνη μορφή δίκαιου πολέμου, αφού η ζωή σε μια αστική καπιταλιστική κοινωνία κυριαρχείται από μια ατελείωτη τρομοκρατία των αστών ενάντια στο προλεταριάτο. Η ένοπλη αντίσταση του λαού είναι το νόμιμο δικαίωμά του.

Στην θέση της Anscombe απάντησε ο Καστοριάδης λέγοντας ότι «πίσω από το μονοπώλιο της νόμιμης βίας που διαθέτει η εξουσία, υπάρχει το ακόμα πιο ισχυρό μονοπώλιο, αυτού του ορισμού της λέξης νόμιμο» για να καταλήξει κάνοντας αναφορά στον Engels ότι «ο θρόνος του άρχοντα των σημασιών, στέκεται πιο πάνω από τον θρόνο του άρχοντα της βίας».

Η αντίληψη του Lenin αντανακλά την «κατήχηση του επαναστάτη» του Nechayef που εισηγήθηκε τον συστηματικό αγώνα για τη βίαιη ανατροπή της εξουσίας. Το σκεπτικό αυτό υιοθέτησαν πολλοί στοχαστές, σε δεδομένες, [τονίζω σε δεδομένες], χωροχρονικές συνθήκες. Ο Markuse τόνισε τον παραλογισμό της παρανομίας στην εναντίωση στη βία της εξουσίας και θεωρούσε ότι η μετριοπαθής αντίσταση είναι αναποτελεσματική παροτρύνοντας τους αγωνιστές σε ακραίες ενέργειες. Ο Sartre έβλεπε το όπλο του επαναστάτη ως απόδειξη του ανθρωπισμού του. Ο φαινομενολόγος, Merleau Ponty (1975 : 53), στενός φίλος του Sartre, υποστήριζε ότι η βία υπάρχει τόσο στο καπιταλιστικό όσο και στο κομμουνιστικό στρατόπεδο. Με τη διαφορά ότι το τελευταίο περιέχει στοιχεία, που θα το βοηθήσουν να ξεπεράσει το στάδιο της βίας και να και να εισέλθει στο στάδιο του ανθρωπισμού.

Το ανθρωπιστικό όραμα των φιλοσόφων που έζησαν και πρωτοστάτησαν στον Μάη του ’68, αντιπαρατίθεται με τον εφιάλτη του Hobbes για πόλεμο όλων εναντίων όλων. Αν η ηθική μιας πράξης καθορίζεται από την πρόβλεψη της επαναστατικής της ωφέλειας τότε ο καθένας δικαιούται την χρήση της ένοπλης βίας κατά βούληση…

Ο Che Guevara, «δάσκαλος» του ανταρτοπόλεμου, έκανε σαφή διαχωρισμό μεταξύ αντάρτικου των πόλεων και αντάρτικου της υπαίθρου. Το πρώτο χαρακτηρίζεται από κλειστού [συνωμοτικού θα λέγαμε] τύπου δράση, ενώ το δεύτερο έχει τον χαρακτήρα του κινήματος. Το πρώτο μπορεί να αποτελέσει τη σπίθα για να ανάψει το φιτίλι του δεύτερου. Η διορατικότητα του Che δεν άφηνε κανένα περιθώριο αποτελεσματικότητας στην ένοπλη βία του αντάρτικου πόλης, όταν υπάρχει έστω κι επίφαση κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ο λόγος είναι ότι ο λαός δεν θα συρθεί σε επανάσταση και το φιτίλι δεν θα ανάψει.

Οι αιτίες που μπορεί να βρει κανείς σ’ αυτό είναι πολλές. Μια απλή αιτία μπορεί είναι ο εφησυχασμός του λαού και η προσδοκία του ότι σιγά σιγά θα έρθουν καλύτερες μέρες. Μια πιο σύνθετη έχει να κάνει με την ίδια την κοινωνική δομή.

[2α] Η Ένοπλη Βία και η «Καρδιά του Κράτους»

Πολλοί σπεύδουν να χαρακτηρίσουν αυτονόητη της καταδίκη της ένοπλης βίας σε ένα δημοκρατικό καθεστώς, αλλά την υπερασπίζονται σε ένα δικτατορικό.

Το ότι το δημοκρατικό καθεστώς δεν είναι «ολοκληρωτικό» με την έννοια που είναι το δικτατορικό, δεν το κάνει αυτομάτως ούτε «δίκαιο», ούτε «ιδανικό».

Η καταδίκη της ένοπλης βίας δεν πρέπει να γίνει για «εύλογους»..., αλλά για άλλους λόγους όπως θα δούμε στη συνέχεια...

Ο Foucault (2004 : 40) στο έργο του «Επιτήρηση και Τιμωρία» διευκρινίζει ότι: «η εξουσία ασκείται, παρά κατέχεται. Δεν είναι το αποκτημένο ή διατηρημένο «προνόμιο» της κυρίαρχης τάξης, αλλά το συνολικό αποτέλεσμα των στρατηγικών θέσεών της. [θέση που θυμίζει τη σχολή της Φραγκφούρτης]. Η εξουσία αυτή δεν επιβάλλεται απλά και μόνο σαν υποχρέωση ή σαν απαγόρευση σ’ αυτούς που δεν την «κατέχουν», τους περιβάλει, τους χρησιμοποιεί σαν διάμεσο, στηρίζεται πάνω τους, ακριβώς όπως αυτοί, στον αγώνα εναντίον της.... Αυτό σημαίνει ότι σχέσεις αυτές έχουν βαθιές τις ρίζες τους στα στρώματα της κοινωνίας, ότι δεν εντοπίζονται στις σχέσεις Κράτους και πολίτη, ή στα όρια των τάξεων... και δεν αρκούνται να αντιγράφουν τη γενικότερη μορφή του Νόμου ή της Κυβέρνησης, και που παρ’ ότι μπορεί να υπάρχει σ’ αυτές μια συνέχεια, δεν υπάρχει [ευθεία] αναλογία και αντιστοιχία.... Η ανατροπή των μικροεξουσιών δεν υπακούει στον νόμο του «όλα ή τίποτα», δεν είναι κεκτημένη μια για πάντα από έναν καινούριο έλεγχο των μηχανισμών, ούτε από μια νέα λειτουργία ή κατάλυση των θεσμών... Αντίθετα κανένα από τα αποτελέσματά της δεν είναι δυνατόν να εγγραφεί στην ιστορία παρά μονάχα εξ αιτίας των αποτελεσμάτων που η ανατροπή αυτή επιφέρει σε ολόκληρο το πλέγμα όπου έχει παγιδευτεί...»

Για τον Foucault η εξουσία είναι ένα πλέγμα σχέσεων δύναμης μέσα στην κοινωνία. Οι σχέσεις αυτές, επιδρούν η μια πάνω στη δράση των άλλων, διέπονται από σκοπούς και στόχους, αλλά δεν έχουν συγκεκριμένο υποκείμενο. Αυτό γίνεται περισσότερο κατανοητό όταν αντικαταστήσουμε στην μαρξιστική αντίληψη του κράτους ως υποκειμένου, όπως αντανακλάται στους ηγέτες των ολοκληρωτικών καθεστώτων του τύπου «το κράτος είμαι εγώ», με την αντίληψη του κράτους ως πλέγματος σχέσεων, δηλαδή μιας δικτυόμορφης οργάνωσης χωρίς κεντρικό πυρήνα, όπου στην κατοχή της εξουσίας εμπλέκονται όλες οι σχέσεις των μελών της εξουσίας, ως σχέσεις εξουσιαστών – εξουσιαζόμενων. Σε ένα τέτοιο λοιπόν κράτος, η εξουσία δεν είναι συγκεντρωμένη σε ένα ή σε μερικά πρόσωπα, ώστε να μπορείς να κηρύξεις πόλεμο εναντίων τους ή να τα πυροβολήσεις. Ο ίδιος ο εξουσιαζόμενος σε μια σχέση, είναι εξουσιαστής σε μια άλλη και η ίδια η αντίσταση επικυρώνει την πράξη που την προκαλεί.

Πυροβολώντας λοιπόν τον αξιωματούχο, τον επιχειρηματία, ή τον αστυνομικό, δεν πυροβολείς τον κάτοχο της εξουσίας, ή τον εκπρόσωπο του κράτους. Πυροβολείς ένα άτομο που όπως κι εσύ ανήκει μέσα σε αυτό το πλέγμα των σχέσεων. Και οι σχέσεις δεν πυροβολούνται διότι οι σχέσεις δεν είναι υποκείμενα.

Η αντίληψη του Κράτους ως υποκειμένου, ως αυτοτελούς οργανισμού που έχει «καρδιά» δηλ. ένα κομβικό σημείο του οποίου η προσβολή θα είχε καταλυτική σημασία για την ύπαρξή του, είναι αντίληψη που έχει επικρατήσει στους κόλπους της παραδοσιακής αριστεράς, και έχει μαρξιστική προέλευση.

Πρόκειται δηλαδή για λογικό σφάλμα, όπως θα παρατηρούσε ο Wittgenstein, σύγχυσης της εξουσίας ως έννοιας και της εξουσίας ως υποκειμένου που υπάρχει στην πραγματικότητα.

Η Κρατική Εξουσίας δεν είναι ένα είδος «ΚΑΣΤΡΟΥ» έρμαιο της επιρροής των ισχυρών που βρίσκεται πάνω από την λαϊκή βάση της κοινωνίας των πολιτών. Δεν είναι ένα κάστρο στο οποίο εδρεύει ή «άρχουσα τάξη» και οι καταπιεστικοί μηχανισμοί της και επιχειρεί να καταλάβει ο λαός, η κοινωνία των πολιτών που βρίσκεται έξω από αυτό.

Δηλαδή τελικά δεν πρόκειται για μια κατάσταση σύγκρουσης δυο πλευρών: Αυτών που βρίσκονται μέσα στο ΚΑΣΤΡΟ και ελέγχουν το Κράτος, αυτών που αποτελούν δηλαδή τη καρδιά του, και αυτών που βρίσκονται απ’ έξω και προσπαθούν να το καταλάβουν.

Με αυτή την έννοια η εξουσία δεν επιβάλλεται άνωθεν, αλλά είναι διάχυτη μέσα στην κοινωνία και φτάνει μέχρι την ιδιωτική και συναισθηματική ζωή των ανθρώπων μέσω ενός μηχανισμού έξεων.

Το κράτος λοιπόν, είναι ένα πλέγμα σχέσεων χωρίς καρδιά, χωρίς κάστρο. Η κοινωνία δεν αποτελείται από άτομα αλλά από κοινωνικές σχέσεις. Είναι δηλαδή ένα πλέγμα σχέσεων που εξυφαίνεται. Για να αλλάξουμε τις σχέσεις εξουσίας μπορούμε να παρέμβουμε στη διαδικασία της «ύφανσης» των σχέσεων, αλλά δεν μπορούμε να την πυροβολήσουμε... (Ιωακείμογλου : 2002).

Πυροβολώντας ένα συγκεκριμένο πρόσωπο δεν πυροβολείς την διαδικασία ύφανσης των σχέσεων...

3. Συμπεράσματα

Είναι γεγονός ότι όλες οι οργανώσεις που κατέφυγαν στην ένοπλη βία, αναπτύσσοντας τρομοκρατική ή όχι δράση, είχαν σαν στόχο την υλοποίηση ενός πολιτικού οράματος που θα ήταν, κατά τη γνώμη τους, επωφελές για τον λαό.

Διακρίνουμε δηλαδή τρεις όρους που προσδιόριζαν την δράση τους:

[α] το πολιτικό όραμα

[β] η έννοια του επωφελούς για το λαό, που μπορούμε να ορίσουμε ως ένα σύνολο επι μέρους στόχων, και

[γ] η μεθοδολογία, δηλαδή η δράση που ανέπτυξαν για την υλοποίηση του οράματός τους και την επίτευξη των στόχων τους, δηλαδή οι πράξεις τους.

Η ηθική αξιολόγηση γίνεται ως προς τον τρίτο όρο, δηλαδή τις πράξεις τους.

Όλες οι οργανώσεις, τόσο μέσα από τις απολογίες των μελών τους όταν συνελήφθησαν, όσο και μέσα από τις προκηρύξεις τους κατά τη δράση τους, έδειχναν ότι τους απασχολούσε σοβαρά, το πρόβλημα της ηθικής νομιμότητας των πράξεών τους και κυρίως του φόνου.

Όμως είχαν δικαιολογήσει τις πράξεις τους βασισμένοι στο επαναστατικό επιχείρημα: «μια επανάσταση δεν ορίζει το έγκλημα σύμφωνα με το καθιερωμένο δίκαιο, αλλά σύμφωνα με το δίκαιο της κοινωνίας που θέλει να χτίσει...» (Merleau – Ponty , 1975: 25)

Το ηθικό άλλοθι που προέβαλαν, είναι ότι ο αντίπαλος είναι «ένοχος».

Στην Ελλάδα, από τον Μάρτιο του 1988 μετά τη δολοφονία του Αθανασιάδη η 17Ν απαντά με προκήρυξή της σε δημοσίευμα του Βότση, που κατηγορεί την οργάνωση για έλλειμμα ηθικής:

«Δεν μπορεί να υπάρξει ηθική έξω από την πρακτική της κοινωνίας. Κι από τη στιγμή που η κοινωνία δέχεται ατιμώρητη μια εγκληματική πρακτική [εννοεί την πρακτική των επιχειρηματικών συμφερόντων], με ποιο δικαίωμα θα καταδικάσει εμάς; Μια ηθική που δεν ισχύει για τους μεγαλόσχημους, αλλά μόνο για τους κατατρεγμένους, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια απάτη, μια παγίδα που προβάλλει η αστική τάξη, για να μην μπορούν να αγωνιστούν ενάντια της. Μια τέτοια ηθική την απορρίπτουμε ασυζητητί... Αντίθετα έχουμε τη δική μας επαναστατική ΗΘΙΚΗ... [στη συνέχεια αναφέρει παραδείγματα]...»

Αυτή η «λογική του συμψηφισμού» αποτελεί όμως στη πραγματικότητα ένα νέο λογικό σφάλμα. Το γεγονός ότι ο αντίπαλός μας έχει άδικο δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι εμείς έχουμε δίκαιο.

Οι «αμαρτίες» ή η ενοχή των άλλων δεν αποτελούν τεκμήριο της δικής μας αθωότητας.

Οι περισσότεροι χρησιμοποίησαν δυο επιχειρήματα για να κατηγορήσουν την 17Ν για ασυνέπεια λόγου και πράξεων υποστηρίζοντας ότι: [α] υιοθετώντας την πρακτική του αντιπάλου, δηλαδή βία στη βία, εξομοιώθηκαν μαζί του και παρασύρθηκαν στη δική του «ανήθικη» πρακτική και [β] ενώ αρνήθηκαν το δικαίωμα της ζωής στα θύματα, εν ονόματι του δικαιώματος στη ζωή των «καταπιεσμένων» επικαλέστηκαν τα δικά τους δικαιώματα στη δίκη ή στη φυλακή, έχοντας παραβιάσει στην πράξη, την αρχή ότι «τα δικαιώματα ισχύουν για όλους τους πολίτες»...

Και οι δυο αυτές προτάσεις αποτελούν όμως αφορισμούς και όχι αξιολογικές κρίσεις. Η μια εξομοιώνει την ηθική της οργάνωσης με την ηθική των θυμάτων και η άλλη υποστηρίζει την επιλεκτική ισχύ μιας καθολικής αρχής. Στην πρώτη περίπτωση υπονοείται ή αρχή ότι «κάθε μορφή βίας είναι ανήθικη» το οποίο μπορεί να αμφισβητηθεί, ενώ στην δεύτερη γίνεται σύγχυση της αρχής της ισότητας του δικαιώματος στη ζωή με την αρχή της ισότητας του δικαιώματος στους νόμους!!!. Ας δούμε όμως λίγο εκτενέστερα την «λογική του συμψηφισμού».

Περισσότερο επίκαιρος από ποτέ, μετά την κατάρρευση του Σοβιετικού μοντέλου, ο Carl Popper, είναι ο πρώτος που διατύπωσε την αντίθεσή του στα οποιουδήποτε χαρακτήρα ολοκληρωτικά καθεστώτα και αντιμετώπισε τα πυρά της αριστερής διανόησης. Στην «Ανοιχτή Κοινωνία» του, αντικατέστησε το Πλατωνικό ερώτημα «ποιος είναι καταλληλότερος να κυβερνά» με το εντελώς διαφορετικής συλλογιστικής «πως μπορούμε να σχεδιάζουμε ένα σύνταγμα που θα μας επιτρέπει να απαλλασσόμαστε αναίμακτα από την όποια κυβέρνησή μας».

Το αίτημα για λιγότερη βία και αναίμακτες μεταρρυθμίσεις, είναι ένα αίτημα που ωρίμασε μετά από αιώνες πολέμων, βίαιων κατακτήσεων και βίαιων καταστολών. Ο 20ος αι. συμπύκνωσε τόση πολεμική δύναμη, τόση αλόγιστη βία και τόσα οράματα ολόκληρου του πολιτικού φάσματος στηριγμένα σ’ αυτήν, ώστε μέσα σε ελάχιστο ιστορικά χρόνο, αποδείχθηκε και αποδεικνύεται ακόμα, πως ότι γεννήθηκε και γεννιέται με τη βία, είναι καταδικασμένο σε βίαιο θάνατο στο άμεσο μέλλον.

Κι αυτό θεωρώ ότι είναι το σοβαρό αντεπιχείρημα που καταρρίπτει τη λογική του «συμψηφισμού» που επικαλέστηκαν οργανώσεις όπως η 17 Ν.

Η βία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με βία όχι γιατί υπάρχει έλλειψη εξουσιοδότησης, ούτε γιατί η απάντηση σε μια ανήθικη πράξη με τους ίδιους όρους είναι εξ’ ίσου ανήθικη.

Η βία είναι αναποτελεσματική... και όποια μεταρρύθμιση επιχειρηθεί με τη βία αντικαθιστά τις παλιές προλήψεις με νέες... όπως έλεγε ο Καντ, πράγμα που θα οδηγήσει σε νέα καταπίεση και πιθανά νέα βία.

Όπως αποδείχτηκε από τα γεγονότα [όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και παντού] η αριστερή βία αντικαθιστούσε την πραγματικότητα που βιώνουμε με μια πλασματική ιδεολογική πραγματικότητα.

Κι αν αυτός ο κόσμος μέσα στον οποίο ζούμε είναι ένας κόσμος σκιών, το όραμα των «ένοπλων αγωνιστών» δεν είναι παρά μια σκιώδης ουτοπία.

Η ωφελιμιστική κριτική έχει, εκ του αποτελέσματος, καταδικάσει τις πράξεις της οργάνωσης 17Ν αλλά και όλων των αριστερών οργανώσεων αυτού του τύπου.

Ποια ήταν όμως η «δεοντολογική» βάση, αν υπήρχε, αυτών των πράξεων;

Ο Χέγκελ έλεγε ότι «η τρομοκρατία, είναι ο Καντ σε έμπρακτη εφαρμογή» Merleau – Ponty, 1975 : 175) Ξεκινώντας από την ιδέα της ελευθερίας, το ιδανικό της αρετής και τον ορθό λόγο, οι άνθρωποι φτάνουν στον απολυταρχισμό γιατί πιστεύουν ότι είναι φορείς της αλήθειας.

Ξεκινώντας αυτές οι οργανώσεις τη δράση τους πριν από 30 και πλέον χρόνια, σε ένα εντελώς διαφορετικό κοινωνικοπολιτικό σκηνικό, φορτισμένες με ιδέες και οράματα που είχαν τη βάση τους σε ένα κυρίαρχο επαναστατικό και μεταρρυθμιστικό πνεύμα μιας άλλης εποχής, πιστεύοντας ότι κατέχουν την αλήθεια, επέλεξαν τις αρχές τους ελεύθερα και ανιδιοτελώς θεωρώντας ότι οι αρχές αυτές και οι μέθοδοι που συνεπάγονται, θα είχαν καθολική ισχύ. Αυτό θα οδηγούσε στο «ξόρκισμα του κακού» και στην απαλλαγή του λαού από την καταπιεστική εξουσία. Η πρόθεσή τους μπορούμε να δεχτούμε ότι ήταν ανθρωπιστική.

Πέραν των λογικών σφαλμάτων, που αναλύσαμε παραπάνω, η πορεία των γεγονότων απέδειξε ότι οι αρχές που επέλεξαν και στις οποίες παρέμειναν συνεπείς, δεν ήταν εν τέλει ούτε καθολικές, ούτε καθολικοποιήσιμες.

Η αρχή της βίαιης αντίδρασης στη βία της εξουσίας, στον ταξικό καταναγκασμό, στην αμερικανική κυριαρχία και στο κεφάλαιο, παρ’ ότι βρήκε αρκετούς να χαμογελάσουν με συμπάθεια στην ιδέα, δεν βρήκε έμπρακτους υποστηρικτές.

Το γεγονός ότι δεν παρέσυραν τον λαό σε μια επανάσταση, όπως είχε σωστά προβλέψει ο Che, θα μπορούσε να μην ήταν τόσο καθοριστικής σημασίας, σε ένα διαφορετικό χωροχρονικό πλαίσιο, που οι κοινωνικοπολιτικές αλλαγές συμβαίνουν με άλλους «αργούς» ρυθμούς. Όμως στη σημερινή εποχή είναι.

Όπως αποδείχθηκε, υπήρχε θέμα «αντίληψης της πραγματικότητας» στην πορεία των χρόνων. Το ίδιο το κοινωνικό πλέγμα στο οποίο ήταν ενταγμένη η δράση οργανώσεων όπως η 17Ν και ο ΕΛΑ, μεταβλήθηκε. Οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες στις αρχές του 70, όταν επέλεξαν τις αρχές τους και θεωρούσαν ότι μπορούν να έχουν καθολική ισχύ, μεταβλήθηκαν ραγδαία στα 30 επόμενα χρόνια. Αντίστοιχα μεταβλήθηκε και το ίδιο το νόημα των όρων που συμπεριλάμβαναν οι αρχές αυτές. Αυτά για τα οποία σκότωναν και διακινδύνευαν να σκοτωθούν αποτέλεσαν σιγά σιγά, περιεχόμενο των προεκλογικών φυλλαδίων όλων των κομματικών αποχρώσεων. Η επιθυμητή μορφή της αντίδρασης απέκτησε άλλη μορφή, οι ταξικές διαφορές αμβλύνθηκαν, το κέντρο βάρος των προβλημάτων μετατοπίστηκε. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι συνθήκες από το 1974 μέχρι το 2004 άλλαξαν προς το καλύτερο ή το χειρότερο, δεν παύει να άλλαξαν. Παρ’ ότι οι επί μέρους στόχοι τους παρέμεναν επίκαιροι [και στα διαφημιστικά φυλλάδια] ο πολιτικός τους λόγος ξεπεράστηκε όπως ξεπεράστηκε και η ιστορική σημασία του. Τα συμφέροντα του λαού μπορούσαν πλέον να υποστηριχτούν... (ή να επιχειρηθεί να υποστηριχτούν), με άλλους τρόπους.

Η δράση [οι πράξεις] των οργανώσεων της δεκαετίας του ‘70 στο ξεκίνημά τους είχε δεοντολογική βάση σύμφωνη με το επαναστατικό πνεύμα μιας εποχής, που είχε σηματοδοτήσει ο Μάης του ’68. Η δράση της δεν ήταν τρομοκρατική αλλά ήταν βίαια και ήταν παράνομη. Όμως δεν ισχύει το ίδιο και για τη συνέχεια. Οι οργανώσεις δεν ακολούθησαν την εποχή.

Σύμφωνα με την «ακίνητη» ιστορική θεώρηση του Foucault, δηλαδή σύμφωνα με την προσέγγισή του πως, καταλήξαμε να σκεπτόμαστε και να πράττουμε με το τρόπο που σκεπτόμαστε και πράττουμε, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι οι οργανώσεις αυτές «παγιδεύτηκαν στην ιστορία τους», δηλαδή στο σύστημα της διανόησης και της δράσης, μιας εποχής που παρήλθε. Δεν ήταν ικανές να αλλάξουν τον [ξεπερασμένο] ή να εφεύρουν έναν νέο τρόπο δράσης. Ούτε επεδίωξαν να ανανεώσουν το φιλοσοφικό, πολιτικό και κοινωνικό διανοητικό τους υπόβαθρο. Αυτοί που ήθελαν να είναι οι εκφραστές του καταπιεσμένου, του αδικημένου, του αδύναμου και καταδικασμένου στη «σιωπή» πολίτη, κατέληξαν να είναι κλειστές ομάδες ετερόκλητων προσωπικοτήτων που αποφάσιζαν και δρούσαν με κριτήρια και αρχές μιας άλλης εποχής.

Η ηθική τους, από επαναστατική, «λαϊκή» και δυνάμει «καθολική», κατέληξε σε ιδιότυπη, σχετική και αμφισβητούμενη ηθική μιας κλειστής ομάδας. Όχι για τους σκοπούς για τους οποίους, όπως υποστήριζε μάχονταν, αλλά για τα μέσα, δηλαδή τις πράξεις, που καθόριζαν οι αρχές της... Ενώ δηλαδή οι επιμέρους στόχοι παρέμειναν καθολικοί ή καθολικοποιήσιμοι, με την έννοια ότι όσα καταδίκαζαν αποτελούν και σήμερα «το κοινώς [ή εν πολλοίς] νοούμενο κακό», δηλ. η κοινωνική ανισότητα, η καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η παραπληροφόρηση του λαού, η καταπίεση μειονοτήτων, ο βιασμός του περιβάλλοντος, η διαπλοκή, η διαφθορά, ο ιμπεριαλισμός κλπ..., τα μέσα που στρατεύθηκαν για να «ξορκίσουν» το κακό αυτό, δηλαδή οι πράξεις ένοπλης βίας, ήταν παράλογα, αναχρονιστικά, αναποτελεσματικά, και ηθικά απαράδεκτα.

Η περίπτωση των οργανώσεων αυτών θεωρώ ότι αποδεικνύει στη πράξη, ότι δεν αρκεί να είναι κανείς συνεπής με τις αρχές του για να είναι ηθικό πρόσωπο, αν δεν κατανοεί τι συνεπάγονται οι αρχές αυτές για τους ανθρώπους της συγκεκριμένης εποχής.

Σήμερα, σ’ ένα «συμμετοχικό» πλέγμα κοινωνικών σχέσεων, το οποίο αναζητά νέο όραμα για να αναδομηθεί, ή να αποδομηθεί και ανασχηματιστεί, η ένοπλη βία σαν μέσο επιρροής, απ’ όπου ασκείται και όπου κι αν κατευθύνεται [κρατικό μηχανισμό ή λαϊκή βάση], είναι το ίδιο θεμιτή και αποτελεσματική, όσο το κάψιμο των μαγισσών στην πυρά.

...

Βιβλιογραφία

  • Anscombe, G.E.M. (1981). Mr. Truman’s Degree. Περιλαμβάνεται στην Έκδοση: «Ηθικός Πόλεμος- Ηθική Εν Πολέμω». Αθήνα: Εκκρεμές, 2002

  • Glover, J. (1990). Causing Death and Sharing Lives”.Penguin

  • Foucault M. (2004). Επιτήρηση και Τιμωρία. Αθήνα : Εκδόσεις Ράππα,

  • Ιωακείμογλου, Η.- Τριανταφύλλου, Σ. (2002). Αριστερή Τρομοκρατία – Δημοκρατία και Κράτος. Αθήνα: Πατάκης.

  • Κονδύλης, Π. (1999). Θεωρία του Πολέμου. Αθήνα: Θεμέλιο.

  • Nagel, T. (2002). “War and Massacre” Cambridge University Press, Περιλαμβάνεται στην Ελλ. Έκδοση: «Ηθικός Πόλεμος- Ηθική Εν Πολέμω». Αθήνα: Εκκρεμές.

  • Merleau – Ponty. (1975). Ανθρωπισμός και Τρομοκρατία. Αθήνα: Εξάντας.

  • Nietzsche, F. (1989). «Η Γενεαλογία της Ηθικής». Θεσσαλονίκη: Εκδοτική Θεσσαλονίκης.

  • Πελεγρίνης Θ. «η Θεμελίωση του Ηθικού Βίου», «Ηθική Φιλοσοφία», «Λεξικό Φιλοσοφίας»

  • Rawls, J. (20020. Το Δίκαιο των Λαών. Αθήνα: εκδόσεις Ποιότητα.

  • Hardt M. – Negri A. (2002). Η Αυτοκρατορία. Αθήνα: Scripta.

  • Χρόνης, Ν. (1997). Η Κριτική Θεωρία. Αθήνα: Καρδαμίτσας.

  • Horkheimer – Adorno: «η Διαλεκτική του Διαφωτισμού»

  • Wittgenstein, L. (1965).“Lecture on Ethics” , The Philosophical Review

  • Πετσάλνικος. (2003). Εφημερίδα: ΤΑ ΝΕΑ 17/11/2003

  • Προκηρύξεις17Ν 1974 – 2004. (2004). Αθήνα: εκδόσεις Κάκτος